Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

28 Μάρτη Παγκόσμια Μέρα Θεάτρου Σκιών

Στα πλαισια του φετινού 5ου εορτασμού της Παγκόσμιας ημέρας Θεάτρου Σκιών ο πρόεδρος του Παν. Σωμ. Θεάτρου Σκιών κ.Πάνος Καπετανίδης στέλνει σε όλους το παρακάτω μύνημα...

Αγαπητοί φίλοι, Απευθύνομαι με αυτό το μήνυμα σε όλους τους εργάτες της τέχνης του Θεάτρου Σκιών, αλλά και σε όλους όσοι ζουν το όνειρο της σκιάς, όχι με τη μεταφυσική έννοια αλλά με τη συμπάθεια, τη σκέψη ακόμα και το πάθος γι’ αυτήν την παγκόσμια μορφή τέχνης.



 Στο φετινό μήνυμα, ως Πρόεδρος του Πανελλήνιου Σωματείου Θεάτρου Σκιών και εμπνευστής της «Παγκόσμιας Μέρας Θεάτρου Σκιών», θέλω να δώσω έμφαση, και αν μπορώ να απαντήσω, σε ένα ερώτημα που κατά καιρούς εμφανίζεται, κυκλοφορεί και δημιουργεί ζητήματα διαλόγου (ακόμα και έριδων) στο χώρο της παραδοσιακής Λαϊκής Τέχνης - του Ελληνικού Καραγκιόζη:

«Ποιος είναι ο μεγαλύτερος (καλύτερος) καραγκιοζοπαίχτης του 20ού αιώνα;» Το ερώτημα από μόνο του, θέλοντας και μη, δημιουργεί ένα συνειρμό τύπου «πασαρέλας».
Πάνω σε αυτήν την «πασαρέλα», βάζουμε αυθαίρετα να παρελάσουν διαχρονικά οι μάστορες της τέχνης που αγαπήσαμε και για μερικούς, που το βιολογικό ρολόι επιτρέπει, αγαπάμε ακόμα! Με αξίωμα όμως ότι η κρίση της τέχνης είναι υποκειμενική, πιστεύω προσωπικά ότι είναι παρακινδυνευμένο να αξιολογήσουμε με τα σημερινά δεδομένα τους παλιούς μάστορες της τέχνης.

 Άλλωστε η ιστορία (και το κοινό τους) τους έχει αξιολογήσει και κατατάξει στο πάνθεον των αγωνιστών, όπου ο καθένας διαδραμάτισε ένα ρόλο, άλλος μικρότερο, άλλος μεγαλύτερο, για να φτάσει μέχρι τα χέρια μας η τέχνη αυτή.
Ορισμένοι ευνοήθηκαν από την τύχη, άλλοι από τις δυνατότητες της προσωπικότητάς τους, άλλοι από το υψηλά ιστάμενο κοινωνικό ή ακόμα πολιτικό περιβάλλον τους. Κάποιοι ακόμα επιδίωξαν να μείνουν στο ημίφως της αναγνώρισης, γιατί απεχθάνονταν τους ερευνητές που τους ονομάτιζαν «καραγκιοζολόγους», οι οποίοι κολάκευαν εκείνους που δεχόντουσαν την αδηφαγία τους και έθαβαν εκείνους που την αρνιόντουσαν.




Πολλοί, πάντως, είναι γεγονός ότι αδικήθηκαν έχοντας δυσανάλογη και ελλιπή προβολή από την πραγματική καλλιτεχνική τους αξία.
Αδικούνται δε ακόμα και σήμερα από εκείνους που με κάποιες λίγες παραστάσεις που είδαν στη δύση τους, βγάζουν λανθασμένα συμπεράσματα για το σύνολο του καλλιτεχνικού τους έργου διαχρονικά.



 Όσο για τις προσωπικές κρίσεις, αλήθεια, είναι μεγάλη η ευτυχία που ο καθένας αισθάνεται, αν γνώρισε κάποιον από αυτούς. Ακόμα δε μεγαλύτερη, όταν ο καλλιτέχνης που έχει κάποιος ως σημείο αναφοράς, περιλαμβάνει στοιχεία οικειότητας, φιλίας, καλοσύνης, δοτικότητας ακόμα και πατρικής στοργής που ένιωσε από μια τέτοια γνωριμία.
 Σε αυτόν τον υποκειμενικό παράγοντα, αναπάντεχα σπουδαίο ρόλο παίζει και το «πρώτο άκουσμα» του καθενός από την πρώτη επαφή του με την τέχνη. Εκεί συντελείται η υιοθέτηση ενός «μέτρου» που κατόπιν παράγει την κρίση μιας αυθόρμητης, δήθεν αντικειμενικής, αξιολόγησης. Αυτές οι εμπειρίες, συνδυαστικά, μας ορίζουν να κρίνουμε αν ο καλλιτέχνης που παρακολουθούμε, ταιριάζει με αυτό που έχουμε υιοθετήσει, για να καταλήξουμε στο υποκειμενικό συμπέρασμα αν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες μας.
Θα μπορούσε η κρίση μας να είναι αντικειμενική, όταν στο τέλος μιας ζωντανής παράστασης που παρακολουθήσαμε, αν απαλλαγμένοι από τα οικία μας ακούσματα, αυτή μας δημιούργησε «συγκίνηση» (που είναι ο αντικειμενικός σκοπός της τέχνης) και αν την ίδια συγκίνηση ένιωσε η πλειοψηφία του κοινού που παρακολούθησε μαζί.





Αυτή όμως η συγκίνηση έχει να κάνει με αυτή την ίδια στιγμή που παρουσιάστηκε μπροστά μας η παράσταση. Πολύ πιθανό, η ίδια παράσταση, παιγμένη από τον ίδιο καλλιτέχνη με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ένα μήνα μετά (ίσως και μια βδομάδα), να μη μας προκαλέσει (την ίδια έστω) συγκίνηση. Αυτό μπορεί να έχει να κάνει είτε με την προσωπική φυσική κατάσταση του καλλιτέχνη, είτε με εγγενείς συνθήκες που είχε να αντιμετωπίσει κατά την εκτέλεση της επόμενης παράστασης.







Πιο καθαρά γίνονται τα πράγματα, αν προχωρήσει κανείς στην οριοθέτηση των όρων «επαγγελματίας» και «ερασιτέχνης», όχι απαραίτητα με ετυμολογικούς αλλά με τεχνικούς όρους: «Επαγγελματίας» θεωρείται αυτός που κάνει ένα αποκλειστικό επάγγελμα και ζει από αυτό. «Ερασιτέχνης» είναι εκείνος που ασχολείται με μια τέχνη, αλλά το κύριο εισόδημά του το έχει από άλλη εργασία.


Ετυμολογικά, ο «εραστής της τέχνης». Βέβαια, ο «εραστής» δεν πληρώνεται, δεν κερδοσκοπεί από αυτήν την σχέση και αφήνω τους συνειρμούς στον αναγνώστη. Και ας συνεχίσουμε με την οριοθέτηση: Τι εννοούμε «Θέατρο»; Θέατρο νοείται μια τέχνη ζωντανού λόγου, την οποία κάποιοι τη θεώνται (την παρακολουθούν). «Θέατρο Σκιών»: Είναι η τέχνη της παράστασης επί σκηνής μιας δραματοποιημένης υπόθεσης.
«Καλλιτέχνης Θεάτρου Σκιών»: Ο καλλιτέχνης που παριστάνει ζωντανά την τέχνη του Θεάτρου Σκιών, ο καραγκιοζοπαίχτης. Με αυτά τα κριτήρια σαν εργαλεία, πιθανόν να καταφέρουμε να κάνουμε κάποια ομαδοποίηση.





Παρόλα αυτά πάλι, ο ορισμός κλίμακας μεταξύ τους κρύβει κινδύνους αυθαίρετων συμπερασμάτων. Έτσι λοιπόν, θα πρότεινα να σεβόμαστε τους παλιότερους, διότι σε αυτούς χρωστάμε τη σημερινή αγάπη μας για την τέχνη και να κρατάμε τα «αυθαίρετα» συμπεράσματα για τον εαυτό μας και απλώς σαν μια προσωπική κρίση. Η «αυθεντία» είναι κάτι που οι άλλοι εμπιστεύονται, που τους δημιουργεί μια ασφάλεια για την κρίση τους.


Η αληθινή αυθεντία είναι το αντίθετο της επιβολής μιας εξωτερικής εξουσίας (αυταρχισμού). Και ρωτάω: Υπάρχει κανείς που να ισχυριστεί σήμερα ότι αποτελεί την αυθεντία; Η Τέχνη μας είναι ένα δέντρο. Το δέντρο αυτό έχει κλαδιά μικρά, μεγάλα. Σκεφτείτε ένα δέντρο μόνο με μεγάλα κλαδιά τι απαίσιο που θα ήταν. Ένα έχει αξία: Να κρατήσουμε ζωντανό το δέντρο της τέχνης. Γιατί, άμα πέσει το δέντρο, δεν θα υπάρχει πια «σκιά».

Αθήνα Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012Κοινοποιήστε το στο Facebook

Δεν υπάρχουν σχόλια: